Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2008

Το δωμάτιο 13 - Η παραμελημένη σύζυγος

Η Δώρα τράβηξε τα κορδόνια και η μπλούζα-κορσές που φορούσε σφίχτηκε ακόμα περισσότερο πιέζοντας και τονίζοντας το στήθος της και μαζεύοντας κι άλλο τη μέση της. Κάθισε στην καρέκλα της τουαλέτας της και άπλωσε το χέρι της να πιάσει το κραγιόν της. Το άνοιξε και με απαλές κινήσεις πέρασε άλλη μία στρώση στα ήδη κατακοκκινα και βελούδινα χείλη της. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Το ζεστό και ισχνό πορτοκαλί φως του πορτατίφ την έκανε να μοιάζει εξωπραγματική. Το δέρμα της φαινόταν βελούδινο, τα μεγάλα μάτια της μαύρα κι εβένινα, το στρογγυλό της στόμα σαν μεγάλο κεράσι. Τα μαύρα καρέ μαλλιά της έλαμπαν. Κοίταξε ξανά στον καθρέπτη. Το βλέμμα της καρφώθηκε στην απεικόνιση του Γιάννη, που κοιμόταν αναίσθητος στο διπλό κρεβάτι τους.

Είχε περάσει αρκετός καιρός από τότε που είχαν να το κάνουν. Κόντευαν έξι μήνες. Αυτός δούλευε όλη τη μέρα και όταν γυρνούσε σπίτι αργά το απόγευμα, έπεφτε άκεφος στον καναπέ αγκαλιά με ένα κουτάκι μπύρα και το τηλεκοντρόλ. Η Δώρα τον είχε παρακαλέσει αρκετές φορές, του είχε προτείνει να φύγουν και κανένα Σαββατοκύριακο για να ανανεώσουν το γάμο τους που κινδύνευε, αλλά ο Γιάννης δεν της έδινε την παραμικρή σημασία. Έτσι, άρχισε να βγαίνει μόνη της τα βράδια, παρέα με τις φίλες της. Κάθε μέρα γυρνούσε όλο και πιο αργά, αλλά και πάλι ο Γιάννης δεν έδωσε την παραμικρή σημασία. Έφτασε στο σημείο να του ζητήσει διαζύγιο, όμως ο Γιάννης ήταν ανένδοτος. Από τη συμπεριφορά του έδειχνε ότι είχε τη γυναίκα του πολύ σίγουρη και νόμιζε ότι είχε δέσει το γάιδαρό του.

Γύρισε τα κλειδιά στη μίζα και το αυτοκίνητο πήρε μπροστά. Σε λίγα λεπτά είχε βγει στον κεντρικό δρόμο και έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα. Κάθε φορά που έφευγε από το σπίτι της ένιωθε απελευθερωμένη. Τα κορίτσια την περίμεναν στο γνωστό μέρος. Είχαν γίνει γνωστοί θαμώνες εκεί. Τις ήξεραν όλοι με τα μικρά τους, υπάλληλοι και λοιποί θαμώνες.

Σε είκοσι λεπτά είχε φτάσει. Έδωσε το αυτοκίνητό της στον παρακαδόρο και κατευθύνθηκε στην είσοδο του μαγαζιού. Ο Άλφρεντ, ο πορτιέρης, της άνοιξε την πόρτα χαμογελώντας. Εκείνη του χάρισε ένα χάδι στο σαγόνι μαζί με ένα αισθησιακό χαμόγελο και μπήκε μέσα. Ο Βύρωνας της έδειξε το τραπέζι που την περίμεναν οι φίλες της. Η Δώρα κατευθύνθηκε στο μέρος τους ακολουθώντας το Βύρωνα κι εκείνος την έβαλε να καθίσει τραβώντας προς τα πίσω την καρέκλα της. Αφού της έβαλε στο ποτήρι της ουίσκι, έφυγε.

Οι τρεις φίλες άρχισαν να χαχανίζουν και να κοιτούν προκλητικά τους θαμώνες. Την προσοχή τους τράβηξε αμέσως ενας νεόφερτος. Ψηλός, γεροδεμένος, με γκρίζους κροτάφους, δε φαινόταν πάνω από 40. Καθόταν μόνος στο τραπέζι του κοιτάζοντας γύρω του τις θηλυκές υπάρξεις. Φαινόταν καλοβαλμένος. Το κουστούμι του έμοιαζε πανάκριβο. Το βλέμμα του καρφώθηκε στην παρέα της Δώρας και χαμογελώντας αισθησιακά και προκλητικά σήκωσε το ποτήρι του κάνοντας "στην υγειά σας" και ήπιε μια γουλιά απ' το ποτό του.

-Μμμ, καιρό είχε να μας τύχει κάτι τόσο καλό, είπε συνωμοτικά η Δώρα στις φίλες της.

Και οι τρεις χασκογέλασαν και σήκωσαν κι αυτές τα ποτήρια τους σαν απάντηση στον καινούριο. Συνέχισαν να κοιτάνε γύρω τους αντικρύζοντας τις ίδιες φάτσες που έβλεπαν εδώ και δυο μήνες να τις καρφώνουν με ύφος "θέλω να σε ξεσκίσω εδώ και τώρα". Η Δώρα έκανε σ' έναν απ' αυτούς έναν μορφασμό περιφρόνησης και ξαναγύρισε το βλέμμα της στον καινούριο. Και προς μεγάλη της έκπληξη τον είδε να πλησιάζει στο τραπέζι τους.

-Μπορώ; ρώτησε, πιο πολύ για τους τύπους.
-Ναι, φυσικά, απάντησε η Θάλεια.

Αφού κάθισε, συστήθηκαν. Αλέξανδρος. Ωραίο όνομα, μεγαλοπρεπές.

Μετά από λίγη ώρα γενικής συζήτησης και αρκετά ποτά, σηκώθηκαν και οι τέσσερις και κατευθύνθηκαν προς τη δεξιά πλευρά του μαγαζιού. Ο Χάρης που τακτοποιούσε τον κόσμο στα δωμάτια, τους έδωσε ένα βαλιτσάκι και ένα κλειδί με τον αριθμό 13. Ήξερε ότι η Δώρα είχε προτίμηση σ' αυτό το δωμάτιο. Μπήκαν και οι τέσσερις μέσα, πρώτα οι κυρίες, μετά ο Αλέξανδρος.

-Εγώ λέω να περάσουμε κατευθείαν στο ψητό, είπε η Άννα, η τρίτη φίλη και αγκάλιασε με πάθος τον Αλέξανδρο. Άρχισε να τον φιλάει στο στόμα και στο λαιμό, την ώρα που η Δώρα και η Θάλεια γδύνονταν και ξάπλωναν στο κρεβάτι.

Ο Αλέξανδρος γύρισε και τις είδε ολόγυμνες, ξαπλωμένες τη μία πάνω στην άλλη να φιλιούνται στο στόμα, ενώ χάιδευαν η μία το κορμί της άλλης. Ένιωσε το αίμα από το κεφάλι του να κατεβαίνει στον πούτσο του και άκουσε τον ήχο του φερμουάρ του παντελονιού του. Η Άννα του ξεκούμπωσε το παντελόνι, τράβηξε το μόριό του από το άνοιγμα του εσωρούχου του και το πήρε στο στόμα της. Ο Αλέξανδρος έπαρινε μάτι τις δύο γυναίκες στο κρεβάτι να γλείφονται την ώρα που η Άννα έγλειφε τον ίδιο. Ήθελε απεγνωσμένα να γαμήσει και τις τρεις. Η Άννα του ζουλούσε και τους όρχεις περίτεχνα. Ήταν από τις καλύτερες πίπες της ζωής του. Τα βογκητά από το κρεβάτι δυνάμωναν όλο και πιο πολύ. Οι δυο γυναίκες είχαν μπλέξει τα μπούτια τους και έκαναν πλακομούνι. Ο Αλέξανδρος στη θέα των δύο γυναικών να τρίβουν τα μουνάκια τους δεν κρατήθηκε και απελευθέρωσε τα καυτά χύσια του στο στόμα της Άννας. Τα βογκητά του μπερδεύτηκαν με τα βογκητά των δύο γυναικών που έρχονταν σε οργασμό.

Όρμησε στο κρεβάτι, άνοιξε με βία τα μπούτια της Δώρας και άρχισε να ρουφάει τα υγρά της. Η Θάλεια γονάτισε στο πάτωμα και πήρε τον ξανακαυλωμένο πούτσο του Αλέξανδρου στα χέρια της τραβώντας τον με τους όρχεις προς τα πίσω. Άρχισε να τον παίζει και παράλληλα να του ζουλάει τους όρχεις. Η Δώρα βογκούσε από ηδονή και ο Αλέξανδρος την έγλειφε όλο και πιο δυνατά. Με τα χέρια του έπαιζε με τις ρώγες της.

Η Άννα τράβηξε από τα μαλλιά τη Θάλεια, έδωσε μία στον Αλέξανδρο, τον ξάπλωσε στο κρεβάτι και κάθισε πάνω στον πούτσο του. Ήταν τόσο σκληρός που με μια κίνηση μπήκε μέσα της. Η Θάλεια γονάτισε πάνω απ' το στόμα του κι ο Αλέξανδρος την έγλειφε με το ρυθμό που η Άννα ανεβοκατέβαινε πάνω στον πούτσο του. Η Δώρα μπήκε ανάμεσα από τις δύο γυναίκες, κάθισε στο στομάχι του Αλέξανδρου γυμνή και αντάλλαζε παθιασμένα φιλιά με την Άννα.

Αφού τελείωσαν όλοι, η Δώρα άρχισε να τρίβεται στον Αλέξανδρο και να του παίζει τον πούτσο, που αργούσε να ξανακαυλώσει. Η Θάλεια για να βοηθήσει την κατάσταση, άρχισε να πηδιέται με την Άννα. Σε λίγα λεπτά ο πούτσος του Αλέξανδρου ξανάγινε ντούρος και είπε στη Δώρα να στηθεί στα τέσσερα. Έπιασε σφιχτά τα κωλομέρια της και μπήκε μέσα της με δύναμη. Άρχισε να την πηδάει βίαια και βογκούσαν και οι δύο σαν ζώα στη σφαγή. Οι όρχεις του χτυπούσαν στα μουνόχειλά της κι εκείνη έσπρωχνε με τη μέση της προς το μέρος του για να τρίβεται όλο και πιο πολύ πάνω του.

Η Άννα έβγαλε τη φωτογραφική μηχανή από το βαλιτσάκι και τράβηξε τον Αλέξανδρο με την Δώρα σε καυτές πόζες.

--------------------------------------------------------------------------

Δύο μέρες αργότερα, ο Γιάννης στο γραφείο του προσπαθούσε να βάλει σε σειρά τρεις στήλες από έγγραφα. Τον διέκοψε η γραμματέας του, που μπήκε μέσα για να του αφήσει ένα φάκελο.

-Τι είναι αυτό; ρώτησε ο Γιάννης αφηρημένα.
-Δεν ξέρω κύριε, απάντησε η γραμματέας του. Μόλις το έφερε ένας κούριερ για σας. Έχει πάνω το όνομά σας.
-Καλά, άσ'το εδώ πάνω και θα το κοιτάξω.
-Μάλιστα, είπε η γραμματέας και αφού άφησε το φάκελο πάνω στο γραφείο, βγήκε.

Ο Γιάννης σταμάτησε να ασχολείται με τα έγγραφα από περιέργεια και πήρε το φάκελο στα χέρια του. Τον άνοιξε βιαστικά κι έβγαλε από μέσα τις φωτογραφίες. Η έκφρασή του πάγωσε. Στις φωτογραφίες απεικονιζόταν η γυναίκα του με διάφορους άντρες σε πρόστυχες στάσεις.

-Ελέεεενηηηη! φώναξε τη γραμματέα του αγριεμένος.

Η Δώρα στη μονοκατοικία της, έβαζε από το μπαρ ουίσκι σε δύο ποτήρια. Αφού τα γέμισε μέχρι τη μέση πήγε και κάθισε στον καναπέ, δίπλα σε έναν άντρα.

-Σ' ευχαριστώ πολύ Χάρη για τη βοήθειά σου. Μακάρι να πάνε όλα καλά.
-Σίγουρα, απάντησε εκείνος χαμογελώντας και παίρνοντας στα χέρια του το ποτήρι που το πρόσφερε η Δώρα. Τώρα ο άντρας σου θα πρέπει να βλέπει τις φωτογραφίες. Και μπορώ να πω ότι έχεις πολλή φωτογένεια!

Η Δώρα χαμογέλασε αυτάρεσκα και ήπιε μια γουλιά από το ουίσκι της.

Δεν υπάρχουν σχόλια: